Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

πιο νέο κείμενο, πρωτοβουλιακό αυτή τη φορά

Τεμαχισμένα σώματα συνθέτουν νέες αρθρώσεις: το χέρι μου, το στήθος σου, το πόδι του, τα δάχτυλά της ψηλαφίζοντας χαρτογραφούν αυτό το νέο σώμα που χύνεται σαν λάβα στους νεκρούς δρόμους αυτής της πόλης, στους νεκρούς δρόμους της ζωής μας. Η έρημος που αφήσατε πίσω σας σάρωσε τα πάντα, μα τώρα πια το κάστρο σας είναι χτισμένο μες την άμμο. Τρεις πολεμίστρες χωρίς τείχη, χωρίς τύχη καμιά, που μόνοι στέκονται πάνω τους υπάκουα σκυλιά οι τελευταίοι φύλακες: μπάτσοι, δικαστές, πολιτικοί κι αφεντικά.
Σιχαθήκαμε την σοβαρότητά σας και ξαναγίναμε παιδιά. Μα τώρα πια ξέρουμε πως τα παραμύθια σας δεν είν’ αληθινά. Δεν υπάρχουν πια μυρμήγκια και τζιτζίκια. Είμαστε τερμίτες που την πέφτουν στα ξυλοπόδαρά σας, τερμίτες με φτερά και φωνές τζιτζικιών. Ετοιμοπόλεμοι αρλεκίνοι με μάσκες και πολύχρωμες στολές, παλιάτσοι με πλατιά χαμόγελα που μυρίζουνε βενζίνη και φτύνουνε φωτιές.
Κι εσείς παραπαίετε εγκλωβισμένοι στην μηχανική σας κίνηση, σαν το εκκρεμές ενός κάποιου Φουκό, κρεμασμένο απ’ το ταβάνι σ’ ένα έρημο παλιό αρχοντικό. Μα εμείς είμαστε σκουριά, κι έχουμε μαζί μας τον κισσό.
Μας διαιρέσατε, μας τεμαχίσατε. Κι εμείς αντί ν’ απλώσουμε τα χέρια, τα τεντώσαμε περήφανα πάνω απ’ το κεφάλι σαν κολυμβητές, και βυθιστήκαμε με φόρα, ο καθένας στην δικιά του μοναχική βουτιά. Μα τώρα πια μουδιάσαμε στην ίδια στάση, πιάσαμε πάτο και ξυπνήσαμε. Κι εκεί κάτω στον βυθό ανάψαμε φωτιές. Κι όταν τα κάρβουνα μας φανήκαν αρκετά, χτίσαμε τρεις μεγάλους φούρνους, κι ολόγυρα κι άλλους πολλούς και πιο μικρούς. Και μέσα τους, χέρια πολλά, ζυμώνουν συνειδήσεις. Τρεις φούρνους χτίσαμε, όπως τρεις ήτανε κι οι μάγοι, στο άλλο σας μεγάλο παραμύθι, που έχει σαν ήρωα τον Χριστό.
Μ’ ακούστε τώρα και μιαν άλλη εκδοχή. Ήταν τρεις μάγισσες ετούτη την φορά. Η πρώτη μάγισσα λεγότανε Δουλειά κι έμενε στο φρούριο της ΓΣΕΕ. Κι είχε για σύμβουλούς της κάτι γουρούνια άπληστα που τρώγαν με μανία ότι σκουπίδια τους πετούσανε τ’ αφεντικά. Αυτή η μάγισσα είχε ένα ξόρκι τρομερό. Είχε γεμίσει όλους τους δρόμους, σε πόλεις και χωριά, με γρανάζια, με κυλιόμενους διαδρόμους, με ιμάντες που μοιάζαν με λουριά. Κι οι άνθρωποι πάνω τους κινούνταν σαν μαριονέτες μηχανικές.
Η δεύτερη μάγισσα ήταν η Ενημέρωση και το αρχοντικό της λεγόταν ΕΣΗΕΑ. Για συμβούλους τούτη είχε κάτι μύγες βρωμερές, που μαζευόντουσαν και κάνανε τσιμπούσι πάνω στων αφεντάδων τα σκατά. Το ξόρκι αυτής ήταν εξίσου τρομερό. Κύματα αόρατα έριχνε μες τον αέρα, που άλλα τυπώνονταν σε φύλλα κι άλλα γίνονταν καπνός, μπαίνανε μες τα σπίτια, κλείνονταν σε ενυδρεία μαγικά, και γίνονταν ήχοι και εικόνες. Και το μυαλό των ανθρώπων ντουμάνιαζε απ’ τους πολλούς καπνούς και βλέπαν πια τα πράγματα θολά, σαν σκιές αυτών που κάποτε ίσως ήτανε απτά.
Κι η τρίτη μάγισσα λεγόταν Τέχνη κι ένα από τα κάστρα της ήταν η Λυρική Σκηνή. Και σύμβουλοί της ήταν κάτι σκουλήκια που νόμιζαν πως έχεζαν μετάξι και βάζαν πούδρες και φτιαχνόντουσαν, να κάνουν τάχα μου πως έχουνε πολύχρωμα φτερά. Το ξόρκι της ήταν ν’ ανάβει μες την νύχτα φώτα λαμπερά, και γύρω τους σαν τα μυγάκια μαζεύονταν οι άνθρωποι, έτοιμοι να καούν. Μα τα φώτα αυτά δεν καίγανε ούτε τα σώματα ούτε τα μυαλά (αυτά τα είχαν αναλάβει βλέπετε οι άλλες μάγισσες). Μουδιάζαν όμως τις αισθήσεις, και δεν αφήνανε τον κάθε άνθρωπο ελεύθερα να εκφραστεί.
Τα κάστρα αυτά όμως αλώθηκαν, κι αποκαλύφθηκε το ψέμα. Κάποιοι στην Δουλειά δώσαν μια γερή σπρωξιά, κι από την φόρα την πολύ, ο τόνος της πήγε στο «ει». Κάποιοι άλλοι την Ενημέρωση ξεσκονίσαν αρκετά, και κάτω από τις σκόνες είδαν πως αυτό που έμοιαζε με «ν» ήταν τελικά ένα «ξ». Κι εμείς που τώρα διηγούμαστε την ιστορία αυτή, βρισκόμαστε στην Λυρική Σκηνή, την Τέχνη πασπατεύουμε και πάνω στο πτώμα της χορεύουμε, και για να λύσουμε το ξόρκι ψάχνουμε την συνταγή. Κι αν θέλατε απλά μια γνώμη, η μόνη λύση είναι η Τέχνη να καεί, και πάνω στην τέφρα της ν’ ανθίσει δημιουργία μαγική.


Υ.Γ. Κουφάλες παπάδες, δικαστές, πολιτικοί, θα’ ρθει κι η σειρά σας.

1 σχόλιο:

  1. ΕΙΣΑΣΤΕ Ο ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ... ΥΠΕΡΟΧΟΙ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή